Μια προσέγγιση της δυσαριθμησίας

Τέτη Μ. Παρασκευοπούλου/ Μάρτιος 18, 2019/ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΕΛΙΔΑΣ, ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕΛΩΝ

Τι είναι η Δυσαριθμησία;

Πολλοί επιστήμονες και ερευνητές ανά τον κόσμο κατά καιρούς δίνουν νέους ορισμούς για τη Δυσαριθμησία ή βελτιώνουν τους ήδη υπάρχοντες.

Ορισμός

Ο Cohn (1961) είναι ο πρώτος που δίνει ορισμό για τις δυσκολίες στα μαθηματικά. Ορίζει τη Δυσαριθμησία ως «δυσλειτουργία του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ) που είναι υπεύθυνη για την ανεξήγητη δυσκολία που παρουσιάζουν μερικά παιδιά στην απόκτηση των μαθηματικών εννοιών και δεξιοτήτων και παρουσιάζει παρόμοια αποτελέσματα με τις επίκτητες εγκεφαλικές κακώσεις των ενηλίκων».

Ο Kosc, το 1974 προσθέτει στον όρο Δυσαριθμησία το επίθετο «Αναπτυξιακή» και διαχωρίζει τη Δυσαριθμησία (οφείλεται σε διαταραχή του ΚΝΣ) από την Ψευδοδυσαριθμησία (οφείλεται σε ελλείμματα μάθησης).

Η «Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση» (APA, 1987) ορίζει την Αναπτυξιακή Δυσαριθμησία (Developmental Discalculia) ως μία γνωστική διαταραχή της παιδικής ηλικίας που επηρεάζει την ικανότητα ενός έξυπνου και φυσιολογικού, κατά τα άλλα παιδιού, να μάθει αριθμητική.

Το DSMV (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Ένωσης, 2013) χρησιμοποιεί τον όρο «Ειδική Μαθησιακή Διαταραχή με ελλείμματα στα Μαθηματικά».

Ενώ, άλλοι, πιο σύγχρονοι ερευνητές χρησιμοποιούν τον όρο «Μαθησιακές Δυσκολίες στα Μαθηματικά (ΜΔΜ)».

Συνοπτικά, η ΜΔΜ ανήκει στις Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες και είναι Αναπτυξιακή Διαταραχή. Μπορεί να εμφανιστεί μόνη της ή να συνυπάρχει με άλλη Μαθησιακή Δυσκολία (Δυσλεξία, Δυσαναγνωσία, Δυσγραφία, Δυσκολία στη γραπτή έκφραση). Επίσης, μπορεί να συνυπάρχει με ΔΕΠ-Υ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα).

Τύποι Μαθησιακών Δυσκολιών στα Μαθηματικά

Α) Μαθητές με προβλήματα στη χρήση διαδικασιών: Το κύριο γνωστικό χαρακτηριστικό τους είναι τα λάθη εφαρμογής διαδικασιών και η χρήση ανώριμων στρατηγικών που συνηθίζουν μικρότεροι ηλικιακά μαθητές.

Β) Μαθητές με προβλήματα στη σημασιολογική μνήμη: Το κύριο γνωστικό χαρακτηριστικό τους είναι η αδυναμία στην ανάκληση βασικών αριθμητικών δεδομένων. Αυτή η δυσκολία εμποδίζει την ανάπτυξη και άλλων μαθηματικών δεξιοτήτων. Επίσης, οι μαθητές αυτοί συχνά αντιμετωπίζουν και Μαθησιακές Δυσκολίες στην ανάγνωση με φωνολογικά ελλείμματα.

Γ) Μαθητές με προβλήματα στην οπτικο-χωρική αντίληψη: Οι μαθητές κατά την εκτέλεση πράξεων κάθετα γράφουν τα ψηφία σε λάθος στήλη με συνέπεια να μην οδηγούνται στο σωστό αποτέλεσμα. Επίσης, κατά το χειρισμό πολυψήφιων αριθμών σημειώνουν λάθη που αφορούν τη θέση των ψηφίων.

Επίσης, στο πλαίσιο ψυχολογικών θεωριών γνωστικής επεξεργασίας που εστιάζουν σε διάφορα αντιληπτικά ελλείμματα, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μαθητές με ΜΔΜ περιγράφονται ως ελλείμματα οπτικής και ακουστικής αντίληψης, μνήμης, προσοχής, προσληπτικού και εκφραστικού λόγου και αδυναμίες αφηρημένου συλλογισμού.

Οι μαθητές με ΜΔΜ παρουσιάζουν αντίστοιχες δυσκολίες και στην ενήλικη ζωή τους. Άλλοι σε μεγαλύτερο και άλλοι σε μικρότερο βαθμό.

Συμπτώματα και Χαρακτηριστικά ΜΔΜ

  • Αδυναμία ολοκλήρωσης των ασκήσεων μιας σελίδας.
  • Παράλειψη γραμμών κατά την εκτέλεση ασκήσεων.
  • Λάθος ανάγνωση πολυψήφιων αριθμών.
  • Καθρεπτική απεικόνιση αριθμών (6-9, 3-ε).
  • Αντιστροφή της σειράς των ψηφίων κατά την αντιγραφή πολυψήφιων αριθμών.
  • Αδυναμία σωστής διάκρισης των νομισμάτων.
  • Αδυναμία σωστής διάκρισης των δεικτών του ρολογιού και δυσκολία στην εκμάθηση της ώρας..
  • Δυσκολία στην ερμηνεία και το χειρισμό των μαθηματικών συμβόλων (x αντί για +).
  • Δυσκολία στη γραφή των αριθμών πάνω στη γραμμή του τετραδίου.
  • Δυσκολία στη διάκριση του «πριν» και του «μετά» στις χωρικές ακολουθίες.
  • Δυσκολία στη διάκριση του «δεξιά» και του «αριστερά».
  • Δυσκολία στη διάκριση των μεγεθών των σχημάτων.
  • Δυσκολία στη γραφή κλασματικών αριθμών.
  • Δυσκολία στη μεταφορά του κρατούμενου κατά την εκτέλεση πράξεων.
  • Δυσκολία στη σύγκριση πολυψήφιων αριθμών.
  • Δυσκολία στην κατασκευή και ερμηνεία γραφημάτων.
  • Δυσκολία στις προφορικές ασκήσεις.
  • Δυσκολία στην επίλυση ασκήσεων και προβλημάτων που παρουσιάζονται μόνο προφορικά.
  • Σύγχυση όρων που μοιάζουν φωνολογικά (τριακοστός αντί τετρακοσιοστός).
  • Αργή γραφή.
  • Λάθη κατά τη γραφή των αριθμών.
  • Δυσκολία προσαρμογής του μεγέθους των ψηφίων στο διαθέσιμο χώρο.
  • Δυσκολία στη συγκράτηση νέων μαθησιακών δεδομένων.
  • Δυσκολία στην απομνημόνευση των βημάτων ενός αλγορίθμου.
  • Δυσκολία στην ανάκληση μαθηματικών δεδομένων.
  • Δυσκολία στην επίλυση ασκήσεων με πολλά βήματα.
  • Δυσκολία στην κατανόηση μαθηματικών όρων (γινόμενο, κρατούμενο, υπόλοιπο).
  • Δυσκολία στη σύγκριση γενικά.
  • Δυσκολία στη μετατροπή γλωσσικών και αριθμητικών πληροφοριών σε εξισώσεις.
  • Δυσκολία στη κατανόηση εννοιών όπως ταξινόμηση, σειροθέτηση και διατήρηση.
  • Δυσκολία στην ομαδοποίηση αντικειμένων με βάση τα κοινά χαρακτηριστικά τους.
  • Δυσκολία στην κατανόηση των κλασμάτων και των δεκαδικών αριθμών.
  • Αδυναμία κατανόησης της αντιμεταθετικής ιδιότητας (α+β=β+α).
  • Αδυναμία μετάβασης από απλές σε σύνθετες στρατηγικές αριθμητικών υπολογισμών.
  • Απαρίθμηση με τα δάχτυλα και μετά τις πρώτες τάξεις του δημοτικού.
  • Λάθη στη λειτουργία του μηδενός.
  • Δυσκολία στην κατανόηση της άσχετης πληροφορίας μέσα στο πρόβλημα.
  • Δυσκολία στον εντοπισμό του ζητούμενου και στην επιλογή της σωστής πράξης.
  • Δυσκολία στη γενίκευση.
  • Λανθασμένη πρόβλεψη για το πιθανό αποτέλεσμα ή το σχεδιασμό επίλυσης του προβλήματος, καθώς και μη ορθή αξιολόγηση του αποτελέσματος.
  • Παράλειψη ελέγχου του αποτελέσματος.
  • Απάντηση χωρίς επανεξέταση ή σκέψη του ερωτήματος.
  • Δυσκολία στην εκμάθηση της προπαίδειας.

Αντιμετώπιση Δυσαριθμησίας

  • Εξωτερική καθοδήγηση.
  • Αποφυγή έντονου τόνου στη φωνή καθώς μπλοκάρει η σκέψη του παιδιού και ανεβαίνει το επίπεδο του άγχους του.
  • Αποφυγή πολύωρου διαβάσματος καθώς μπλοκάρει η σκέψη του παιδιού και δημιουργείται απέχθεια για τα μαθηματικά.
  • Ομαλή μετάβαση από το απλό στο σύνθετο.
  • Ξεχωριστή διδασκαλία της αντιμεταθετικής ιδιότητας και όποιου άλλου φαινομένου δυσκολεύει το παιδί.
  • Χρήση αντικειμένων, σκευών, χρημάτων, ζυγαριών για την επίλυση των πράξεων και των προβλημάτων. (κομπολόι, ξυλάκια, μολύβια, μεζούρα, μέλη ανθρώπινου σώματος).
  • Η χρήση των δαχτύλων για τις πράξεις καλό είναι να γίνεται μόνο στην Α’ Δημοτικού και να κόβεται σταδιακά.
  • Καμία γνώση δεν είναι δεδομένη. Επανάληψη των προηγούμενων γνώσεων. Δίνουμε χρόνο στο παιδί να σκεφτεί πριν απαντήσει.
  • Επιβράβευση για την προσπάθεια/τη σωστή απάντηση ή την πρόοδο που σημειώνει το παιδί.
  • Παρακίνηση να γίνεται πάντα επαλήθευση των πράξεων.
  • Επιτραπέζια παιχνίδια που ασκούν τα παιδιά στις 4 πράξεις και τη χρήση των χρημάτων (μονόπολη, φιδάκι, γκρινιάρης).

Επίλυση Προβλημάτων

  • Αναγνώριση ομοιότητας του προβλήματος με άλλα του ίδιου είδους.
  • Αφήνουμε το παιδί να διαβάσει πολλές φορές το πρόβλημα.
  • Κυκλώνουμε ή υπογραμμίζουμε με έντονο χρώμα τις λέξεις-κλειδιά, τα δεδομένα και τα ζητούμενα.
  • Ζωγραφίζουμε κάτι σχετικό με το πρόβλημα που πιστεύουμε ότι θα βοηθήσει το παιδί στην κατανόηση του.
  • Χρησιμοποιούμε αντικείμενα, σκεύη, χρήματα, ζυγαριές και άλλα αντικείμενα που αναφέρονται στο πρόβλημα και μπορούμε να βρούμε εύκολα στο σπίτι.
  • Εξηγούμε το πρόβλημα με απλά λόγια, αν δεν το έχει καταλάβει το παιδί.
  • Βεβαιωνόμαστε ότι το παιδί έχει καταλάβει το πρόβλημα, πριν πάμε να δούμε τον τρόπο που θα το λύσουμε.
  • Συζητάμε τον λόγο που κάνουμε κάθε πράξη και τι περιμένουμε να βρούμε από αυτή την πράξη.

Όλα τα παραπάνω είναι απλά βήματα που μπορούν να κάνουν γονείς και εκπαιδευτικοί για να βοηθήσουν το παιδί που αντιμετωπίζει δυσκολία στα μαθηματικά.

Το πρώτο βήμα, όμως, είναι η επίσκεψη στους ειδικούς επιστήμονες που θα διαγνώσουν, θα αξιολογήσουν και θα ετοιμάσουν εξατομικευμένο πρόγραμμα για το κάθε παιδί. Τέτοιοι επιστήμονες είναι οι Λογοθεραπευτές, Εργοθεραπευτές, Ειδικοί Παιδαγωγοί και Ψυχολόγοι.

Γενικώς, η φράση-κλειδί είναι όσο πιο νωρίς τόσο καλύτερα!

Η θεραπεία είναι πιο αποτελεσματική όταν γίνεται σε μαθητή μικρής ηλικίας καθώς το παιδί έχει το χρόνο να αποκαταστήσει τη σχέση του με τα μαθηματικά και να επαναπροσδιορίσει τη σχέση μαθητής-μαθηματικά-καθημερινή ζωή. Επίσης, έχει το χρόνο να κατακτήσει περισσότερες έννοιες και να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του αναλυτικού προγράμματος διδασκαλίας.

Σε αυτό το σημείο, χρειάζεται να σημειωθεί, ότι η αντιμετώπιση των ΜΔΜ επικεντρώνεται σε τρόπους διδασκαλίας που λαμβάνουν υπόψη τα δυνατά σημεία του παιδιού και τα πρώτα αποτελέσματα γίνονται εμφανή όταν ο μαθητής αποκτήσει αυτοπεποίθηση και φέρει τις πρώτες επιτυχίες.

Οι γονείς, με τη σειρά τους, οφείλουν να συμβουλεύονται τους επιστήμονες και να ακολουθούν τις οδηγίες τους καθώς η εκπαίδευση συνεχίζεται σε όλους τους χώρους που κινείται το παιδί και δε σταματά με το πέρας της εκάστοτε συνεδρίας.

Τέτη Μ. Παρασκευοπούλου

Φιλόλογος – Ειδική Παιδαγωγός

Share this Post